ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


Άγγελος Γέροντας

Eισήγηση του συγγραφέα Άγγελου Γέροντα για την μετάφραση λογοτεχνίας, που αναγνώσθηκε κατά την παρουσίαση της αγγλικής μετάφρασης της συλλογής διηγημάτων του “Poetry in papyrus’’, στις 9 Φεβρουαρίου 2017 , στο θέατρο ‘’Αλκμήνη’’

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι

Πρώτα από όλα σας ευχαριστώ για την παρουσία σας.  Έχω την μεγάλη χαρά να είναι μαζί μου απόψε η ποιήτρια και μεταφράστρια ισπανόφωνης λογοτεχνίας Αθηνά-Στυλιανή Μίχου. Μαζί, με αφορμή  την έκδοση του ‘’Poetry in papyrus’’,  θα εκφράσουμε κάποιες σκέψεις και απόψεις για την λογοτεχνική μετάφραση. Βέβαια η δική μου κατάθεση σκέψεων, από την πλευρά ενός ευεργετούμενου της μετάφρασης, θα είναι περισσότερο συναισθηματική,   ενώ   οι απόψεις της Αθηνάς, ως ειδικής, μέσα από τα πράγματα αυτού του δημιουργικού αγώνα της λογοτεχνικής μετάφρασης πιστεύω πως θα δώσουν μια άλλη- ίσως και βιωματική- διάσταση.  

Προσωπικά λοιπόν πιστεύω, πως η μετάφραση λογοτεχνίας είναι ένα υψηλού βαθμού δυσκολίας, πολυσύνθετο εγχείρημα.  Το ανέφικτο ( ;) και η ανυπέρβλητη δυσκολία σε μια μετάφραση να σταθεί πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι στην Ποίηση (στην λογοτεχνία με την ευρεία έννοια), αυτή η ιδιότητα του ανεχέγγυου καταδεικνύεται από τις πολλές λέξεις που χρησιμοποιούνται αναφορικά με ένα και το αυτό πράγμα: Μετάφραση, Ανάπλαση, Απόδοση, Ερμηνεία, Ελεύθερη Απόδοση, Μεταγλωττισμός, Γλωσσική Αναπροσαρμογή, Μεταφραστική Προσπάθεια και πάει λέγοντας… 

Η μετάφραση παρέχει στον κορμό, στο οικουμενικό σώμα της λογοτεχνίας την χρησιμότητα που παρέχουν ακριβώς οι διακλαδώσεις, τα δίκτυα και οι πυκνές, ζωτικές αρτηρίες και συγκοινωνιακές γραμμές. Έγραφε ο σημαντικότατος Νίκος Σπάνιας, ποιητής και μεταφραστής, στο πρόλογο του βιβλίου του «Μεταφράσεις 1941-1971» που εκδόθηκε στην Νέα Υόρκη το 1972 από την Athens Printing Company:

…Λίγο σκοτίζομαι γι’ αυτό που πολλοί αποκαλούν ευσυνειδησία και εμμονή στο πρωτότυπο. Το μόνο μου χρέος είναι να συγκινήσω τον αναγνώστη. Η μετάφραση είναι μέρος της συγγραφής. 

 Διαφαίνεται εδώ από τα γραφόμενα του Σπάνια πώς ο μεταφραστής καθίσταται συν-δημιουργός. Και συνεχίζει ο Σπάνιας: …Τους μεταφραστές πάντοτε θα τους έχουμε ανάγκη, αν όχι τίποτα άλλο για την γυμνασμένη φαντασία τους. Και τι άλλο είναι η φαντασία παρά μια άριστη ποιότητα που μας καθιστά άξιους να βλέπουμε πρόσωπα και κείμενα τόσο στις πραγματικές όσο και στις ιδανικές σχέσεις τους…

 Βέβαια, η λογοτεχνική μετάφραση και οι μεταφραστές βρίσκονταν πάντα στον στόχο. Είναι, για παράδειγμα, περίφημη η ρήση του μεγάλου Αμερικανού ποιητή Robert Frost: «Ποίηση είναι ότι χάνεται στην μετάφραση». Σκληρός αφορισμός, από ένα ποιητή μάλιστα, και αυτή είναι η ειρωνεία, που σε μεγάλο βαθμό οφείλει το διεθνές και αναγνωρισμένο κύρος του στην βοήθεια καλών μεταφράσεων! Παρά όμως τις τιμές και την δόξα που του επιφύλασσε η τύχη, ο Frost πέρασε από τραγικές δοκιμασίες. Ο καλύτερός του φίλος, ο ποιητής Έντουαρντ Τόμας, σκοτώθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αδελφή του Τζέννυ μπήκε το 1920 σε ψυχιατρική κλινική και η κόρη του Μάρτζορυ πέθανε στην γέννα του παιδιού της. Το 1938 χάνει την πολυαγαπημένη του σύντροφο, αργότερα αυτοκτονεί  ο μοναχογιός του και η κόρη του Ίρμα μένει ανάπηρη. Οι προσωπικές του τραγωδίες του έδωσαν τον τίτλο του «Ιωβ της εποχής μας». Έσβησε σε βαθιά γεράματα τον Ιανουάριο του 1963 και μέχρι το τέλος της ζωής του είχε αφιερωθεί στην ποίηση. Μέσα στην φαινομενική του απλότητα ο Frost είναι βασανιστικά δύσκολος. Όπως και άλλοι μεγάλοι ποιητές, φαίνεται να μιλά για ένα πράγμα ενώ στην πραγματικότητα μιλά για άλλο. Είναι ένα τρικ που  παίζουν τα παιδιά για να τραβήξουν την προσοχή των μεγάλων και οι ποιητές για να τραβήξουν την προσοχή του αναγνώστη στην πραγματικότητα της ζωής. Ας ακούσουμε εδώ μια μετάφραση ενός ποιήματος του Frost από τον Δημήτρη Γέροντα, μετάφραση που πιστεύω πως αποδίδει όλα αυτά τα στοιχεία της ποίησης του Frost που προανέφερα. Του Δημήτρη Γέροντα που- με την ευκαιρία το αναφέρω- πίστευε πως η μετάφραση ποίησης είναι θέμα ρυθμού και πιστότητας κατ’ ισομοιρία.  (σελ. 31, Γνωριμία με την νύχ

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ 

Ήμουνα ένας που την νύχτα γνώρισε

Περπάτησα έξω στη βροχή - και με βροχή επέστρεψα

Το πιο της πόλης μακρινό το φως ξεπέρασα.

Το πιο της πόλης θλιβερό σοκάκι ατένισα.

Το νυχτοφύλακα προσπέρασα στη βάρδια του

Τα μάτια μου κατέβασα κι εξήγηση δεν πρόσφερα.

Στάθηκα και σταμάτησα τον ήχο των βημάτων

όταν πολύ μακριά σπασμένη μια κραυγή 

ήλθε από σπίτια πάνω δρόμου αλλουνού

όχι όμως για να με καλέσει πίσω 

ή αντίο να μου πει

και πιο μακριά, σ' ύψος απόκοσμο,

ένα ρολόι φωτεινό στον ουρανό

ανήγγειλε πως μήτε σωστή 'τανε η ώρα

μήτε λάθος.

Ήμουνα ένας που τη νύχτα γνώρισε. 

 Ο μέγας ποιητής, δραματουργός και θεωρητικός της Τέχνης Γιόχαν Βόλφανγκ Γκαίτε είχε γράψει κάποτε: «Όποιος δεν γνωρίζει άλλη παρά την γλώσσα του, δεν γνωρίζει καμία…», προσφέροντας έτσι ένα απελευθερωτικό φώς στην παγκόσμια επικοινωνία, ένα βασικό επιχείρημα για την ανάγκη μετάφρασης του λογοτεχνικού έργου και την απελευθέρωσή του από τα επικοινωνιακά στεγανά της γλώσσας που γράφτηκε. Και μιας ο λόγος για Γκαίτε, ο δικός μας Πέτρος Μάρκαρης, ολοκλήρωσε και εξέδωσε το 2009 μια μνημειώδη και κομβική μετάφραση του Φάουστ, με τίτλο «Φάουστ, μια τραγωδία», δίγλωσση έκδοση, εκδόσεις Γαβριηλίδης.   Δυσθεώρητο εγχείρημα, ένα τεράστιο πόνημα. Θυμάμαι ότι ο Μάρκαρης εκείνη την εποχή, είχε εγκαταλείψει κάθε άλλη συγγραφική δραστηριότητα , είχε εγκαταλείψει ακόμα και τα ευπώλητα αστυνομικά του μυθιστορήματα με τον αγαπημένο μας επιθεωρητή Χαρίτο και είχε απομονωθεί για δύο ολόκληρα χρόνια για να κάνει αυτή την μετάφραση. Μετά την ολοκλήρωσή της, είχε γράψει αλλά και εκμυστηρευθεί σε φίλους, πως ένιωθε να’ χει «αδειάσει» πνευματικά, και πως δεν είχε την διάθεση να ασχοληθεί  ξανά με την λογοτεχνική μετάφραση. Αυτά απλά τα αναφέρω ως ενδεικτικά του τεράστιου πνευματικού μόχθου και της ψυχικής κατάθεσης που απαιτεί η μετάφραση, ιδιαίτερα για έργα σαν τον Φάουστ. 

Έγραφε λοιπόν μεταξύ άλλων ο Μάρκαρης στον πρόλογο αυτής του της μετάφρασης: …Πολλοί έχουν την εσφαλμένη αντίληψη ότι η μετάφραση είναι ζήτημα ερμηνείας του πρωτοτύπου. Είναι πρώτιστα ζήτημα γλωσσικού ύφους. Μπορεί να μείνει κανείς πιστός στο πρωτότυπο αλλά να χάσει την επαφή με το γλωσσικό ύφος, οπότε έχει πιάσει το νόημα του κειμένου, αλλά δεν έχει συλλάβει το έργο τέχνης.

 Μια διαφορετική αντίληψη για την μετάφραση λογοτεχνίας, αυτή της πιστότητας, εξέφραζε ο σημαντικός μεταφραστής λογοτεχνίας και ποιητής Κλείτος Κύρου από την Θεσσαλονίκη. Στον πρόλογο της επιλογής μεταφράσεών του με τίτλο «Ξένες φωνές», από τις εκδόσεις Κέδρος, 1979, έγραφε εξομολογούμενος ο Κύρου: Εκείνο ωστόσο που έχει σημασία δεν είναι ούτε από ποια γλώσσα μεταφράζω ούτε ως ποιο σημείο κατέχω αυτή την γλώσσα, αλλά η επιμονή μου για μεταφράσεις πιστές και σωστές. Αυτή η επιμονή με οδήγησε στο να δουλεύω και να ξαναδουλεύω την κάθε μετάφραση (μερικές για ολόκληρες δεκαετίες) με σκοπό να την βελτιώνω κάθε φορά όλο και περισσότερο… 

Είναι εντυπωσιακή αυτή η τελειοθηρική αγωνία του Κύρου για όσο γίνεται πιστότερη μεταφραστική επεξεργασία, αποτελούσε μάλιστα σημείο τριβής και δημιουργικών αντιπαραθέσεων με τους συναδέλφους του μεταφραστές και συγγραφείς στην μεταξύ τους αλληλογραφία. Αυτά που προσωπικά βρίσκω συγκινητικά είναι τα κίνητρα του Κύρου για λογοτεχνική μετάφραση , έτσι όπως ο ίδιος τα αποκαλύπτει: «Τι ήταν αυτό που με έστρεψε προς την μετάφραση , σε βαθμό μάλιστα που να αδικήσω τα πρωτότυπα γραψίματά μου; Όχι βέβαια η επιθυμία για μια συστηματική παρουσίαση ξένων ποιητών. Ήταν και είναι, κυρίως, το μεράκι που σε πιάνει όταν διαβάζεις διάφορες ανθολογίες και συλλογές, και ανακαλύπτεις μερικά αξιόλογα ποιήματα και μερικούς ωραίους ή συγγενικούς ποιητές. Αυθόρμητα τότε σου έρχεται η διάθεση να μεταδώσεις και στους άλλους το μήνυμα που ανακάλυψες, και να τους κάνεις έτσι να συγκινηθούν και αυτοί. Ύστερα έρχονται όλα τα άλλα: η χαρά της ίδιας της μετάφρασης σαν αυτοσκοπού, η χαρά της ανακάλυψης νέων γραφών και τεχνοτροπιών, η χαρά του να διαμορφώσεις ένα δικό σου τρόπο απόδοσης του ξένου κειμένου, ο αγώνας να μην χάσεις τη φωνή σου ανάμεσα σε τόσες ξένες φωνές…»

Ας ακούσουμε τώρα μια μετάφραση του Κλείτου Κύρου στο ποίημα του Αμερικανού Ουίλλιαμ Ουόρινγκ Κίνυ με τίτλο ‘’Δεν αντικατοπτρίζει’’  (Ξένες φωνές, σ.78): 

ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΙ 

Δε γνωρίζει

Την ομορφιά της.

Νομίζει πως το σκούρο κορμί της

Δεν έχει γυαλάδα.

Αν μπορούσε γυμνή

Να χορέψει,

Κάτω απ’ τις φοινικιές,

Και να δει πώς φαντάζει μέσα στο ποτάμι,

Θα καταλάβαινε.

Όμως δεν υπάρχουν φοινικιές 

Στο δρόμο, 

Και το νερό απ΄ τα πιατικά δεν αντικατοπτρίζει. 

 Σε όλη αυτή την συζήτηση για το εφικτό ή ανέφικτο της λογοτεχνικής μετάφρασης, για τις δυνατότητές της, ο λεπταίσθητος και γλωσσομαθής Γάλλος ποιητής και μεταφραστής Valery Larbaud αποτελεί ίσως τον ιδανικότερο απολογητή της μετάφρασης. Ο Larbaud , με περισσή ποιητικότητα, παραβάλλει το ευγενικό πλήθος των μεταφραστών με μια συντεχνία εξαγιασμένων συναδέλφων όπου συνθέτοντας αλτρουϊστικά ένα ευεργετικό τάγμα και χαμογελώντας με αυταπάρνηση ανεβαίνουμε πατώντας, ίσως, ‘’φως πάνω σε φως στην σκάλα των Αγίων’’… 

Ας διαβάσουμε εδώ ένα ποίημα του Larbaud, από την περίφημη συλλογή ‘’Ποιήματα ενός βαθύπλουτου ερασιτέχνη’’, σε μετάφραση του εκλεκτού συναδέλφου του στο ευεργετικό τάγμα των μεταφραστών,  Νίκου Σπάνια ( Η μάσκα, σ.21)

Η ΜΑΣΚΑ

Γράφω φορώντας πάντα στο πρόσωπο μια μάσκα

Ναι, μια μακριά μάσκα, βενετσιάνικη, παλλαϊκή

Με στενό μέτωπο,

Όμοια με λευκό μεταξωτό ρύγχος. 

Κάθομαι στο τραπέζι κι’ υψώνω το κεφάλι

Ατενίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη,

Καταπρόσωπο, και μετά σε γωνία, παρατηρώ 

Την παιδική, κτηνώδικη κατατομή που αγαπώ.

Ω, αν ένας αναγνώστης, ο αδελφός μου, σ’ αυτόν

Μιλώ μεσ’ από την χλωμή, γυαλιστερή μάσκα, 

Αν γινότανε να’ρθεί και να φυτέψει ένα αργό,

Βαρύ φιλί σ’ αυτό το στενό μέτωπο,

Σ’ αυτό το πελιδνό μάγουλο

Για να προσδώσει στη μορφή μου όλο το βάρος 

Μιας άλλης μορφής, άδειας κι’ αυτής και μυρωμένης. 

 Μια εξαιρετική μετάφραση που ουσιαστικά επανεισήγαγε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το  μυθιστόρημα του Φερντινάν Σελίν  «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», είναι αυτή της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου από τις εκδόσεις της Εστίας το 2007. Αυτή η μετάφραση αποκατάστησε παλιές εκδοτικές αμαρτίες και ατυχείς μεταφραστικές περιπέτειες του συγκεκριμένου έργου στην  χώρα μας, γνωρίζοντάς μας αυτό το υπαρξιακό, μηδενιστικό αριστούργημα για το ταξίδι από την ζωή στο αναπόδραστο τέλος. Η μεταφραστική αυτή δουλειά της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου είναι γεμάτη πνοή, αποτέλεσμα της γοητείας που άσκησε πάνω της ο λόγος του Σελίν, μετάφραση που αποδίδει το γλωσσικό ύφος του συγγραφέα μετά από βαθιά κατανόηση και ανάλυσή του. Είναι μάλιστα εμπλουτισμένη η έκδοση με διεξοδικό επίμετρο όπου η Ιγγλέση μας μυεί στο λογοτεχνικό σύμπαν του Σελίν, στην διαμόρφωση του συγγραφικού του λόγου. Ο λογοτέχνης Σελίν θεωρεί ότι η ανθρωπότητα νοσεί και ότι η ανίατη νόσος της είναι η μόνη αλήθεια της ζωής. Διαβάζω ένα μικρό απόσπασμα από αυτό το επίμετρο (‘’Ταξίδι…’’, σ. 608):

...Αλλά, όπως χρειάστηκε στο Ταξίδι ένα συμμέτοχο αφηγηματικό ''εγώ'', έτσι χρειάστηκε και μια νέα αφηγηματική γλώσσα για να στιγματίσει, να λοιδορήσει, να ουρλιάξει. Διότι κανένα αλλοτριωμένο ακαδημαϊκό ιδίωμα δεν θα μπορούσε να μιλήσει για την τραγωδία του πρώτου παγκόσμιου μακελειού, που, δεκαοκτώ χρόνια πριν από την δημοσίευση του Ταξιδιού, πιτσίλισε με αίμα τον εξαίσιο καθρέφτη της Γαλλίας, αμαυρώνοντας την εξαίσια εικόνα της, τις εξαίσιες ανθρωπιστικές της αξίες, την εξαίσια γλωσσική της επικυριαρχία. Κανένα δεν θα μπορούσε να πει το ανείπωτο της εκατόμβης, που ούτε οι αριθμοί τολμούσαν να καταγράψουν - εννέα εκατομμύρια νεκροί και εξίμισι εκατομμύρια ανάπηροι στην Ευρώπη, τρία εκατομμύρια χήρες και έξι εκατομμύρια ορφανά στη Γαλλία.

 Κανένας αποστειρωμένος λόγος δεν θα μπορούσε να κατοπτρίσει την βία των μετόπισθεν, τον κυνισμό και τη λεηλατική βουλιμία των αμάχων, τη μιζέρια των βιομηχανοποιημένων προαστίων, τον αλκοολισμό, τις αρρώστιες, την αποψίλωση του μεταπολεμικού τοπίου. Τα χίλια δεινά της μαζικοποίησης, της εμπορευματοποίησης, της διογκούμενης πραγμοποίησης του δυτικού κόσμου. 

 Η γλώσσα του Σελίν είναι το κάτοπτρο όπου ανακλάστηκαν μεγεθυσμένα όλα όσα ο πόλεμος και η μεταπολεμική οικονομική κρίση ανέσυραν στην επιφάνεια: ο ευρωπαϊκός μαρασμός, οι βάναυσες κοινωνικές ανακατατάξεις, η μικροαστική αποσάρθρωση, η προλεταριακή απόγνωση, τα αποικιοκρατικά εγκλήματα, η αμερικανική κατίσχυση, η διολίσθηση των παραδοσιακών αξιών, η πολιτική και καλλιτεχνική αμφισβήτηση, η αναβράζουσα διαμαρτυρία. Όλα όσα σήμαναν την αρχή του τέλους της εκπολιτιστικής μας αυταπάτης...

Τέλος, δεν θα μπορούσα απόψε να μιλήσω για την λογοτεχνική μετάφραση χωρίς να κάνω έστω μια σύντομη αναφορά στην θεωρία της λογοτεχνικής μετάφρασης. Ο Savory, ήδη στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ισχυρίζεται ότι «δεν υπάρχουν γενικώς αποδεκτές αρχές της μετάφρασης μιας και οι μόνοι άνθρωποι οι οποίοι είναι αρμόδιοι να διατυπώσουν αυτές τις αρχές (προφανώς οι έμπειροι μεταφραστές) δεν έχουν ποτέ καταφέρει να συμφωνήσουν μεταξύ τους… αλλά αντίθετα μας έχουν κληροδοτήσει σωρεία συγκεχυμένων σκέψεων (πολλές φορές αντικρουόμενων)». Για να δούμε μερικά από αυτά τα αντικρουόμενα στοιχεία: 

-Μια μετάφραση πρέπει να αποδίδει τις λέξεις του πρωτοτύπου

-Μια μετάφραση πρέπει να αποδίδει τις ιδέες του πρωτοτύπου

-μια μετάφραση πρέπει να αντανακλά το ύφος του πρωτοτύπου

-μια μετάφραση πρέπει να έχει το ύφος του μεταφραστή

-μια μετάφραση πρέπει να δίνει την αίσθηση ότι ανήκει στην ίδια εποχή με το πρωτότυπο

-μια μετάφραση πρέπει να δίνει την αίσθηση ότι ανήκει στην ίδια εποχή με τον μεταφραστή

-μια μετάφραση μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί στοιχεία από το πρωτότυπο

-μια μετάφραση δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί στοιχεία από το πρωτότυπο ……. κ.ο.κ. 

Η πρώτη μεταφραστική θεωρία προτάθηκε από τον Cattford (1965), ο οποίος όμως επιφυλάσσεται ως προς τις δυνατότητες της μετάφρασης. 

Η σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης στην λογοτεχνική μετάφραση υπήρξε πάντα προβληματική. Οι μεταφραστές αντιπαρατίθενται συχνά στους θεωρητικούς, που είναι κυρίως γλωσσολόγοι, με ερωτήσεις όπως : «Σε τι χρησιμεύει η θεωρία; Σε τι μας βοηθάει;»

Ο ποιητής και μεταφραστής Peter Jay γράφει το 1989: «Μέχρι σήμερα, δεν έχω βρει καμία θεωρητική αρχή η οποία να με έχει βοηθήσει να κάνω έστω και ένα στίχο μετάφρασης να ηχεί σωστά»

Τελικά η αλήθεια βρίσκεται πάντα στην σύνθεση γι’ αυτό και καταφεύγω στα λόγια του Άγγλου Καθηγητή μετάφρασης και γλωσσολόγου Newmark αλλά και σε αυτά του ‘’δικού μας’’ Άγγλου λογοτέχνη και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας David Connolly: «…Η θεωρία της μετάφρασης δεν μπορεί να μετατρέψει ένα κακό μεταφραστή σε καλό, αλλά αυτό που μπορεί να κάνει είναι να δείξει στον μεταφραστή ότι στην διαδικασία της μετάφρασης, ενέχονται πολλοί περισσότεροι παράγοντες απ’ όσους έχει συνήθως υπόψη του…»

Κυρίες και κύριοι, κάπου εδώ τελειώνει η δική μου παρέμβαση. Ίσως είχε μια συναισθηματική χροιά, ένα μικρό εγκώμιο στην μετάφραση και τους μεταφραστές, προσωπικά τους θεωρώ συν-δημιουργούς, που όπως είπε ο αγαπημένος μου Larbaud «συγκροτούν αλτρουιστικά ένα ευεργετικό τάγμα και χαμογελώντας μ’ αυταπάρνηση ανεβαίνουν πατώντας , ίσως, φως πάνω σε φως στην σκάλα των Αγίων…»

Σας ευχαριστώ,

ο λόγος τώρα στην Αθηνά-Στυλιανή Μίχου  

  • ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 63, ΑΘΗΝΑ 106 80
  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
© 2019 Εθνική Εταιρεία των Ελλήνων Λογοτεχνών.
Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.