Η Σφαγή της Χίου και ο Κωνσταντίνος Κανάρης


Πόπης Χαλκιά--Στεφάνου
Σ Τ Η   Χ Ι Ο
Ωραίο νησί και , λέγοντας μονάχα τ’ όνομά σου
με περιχούν τ’ ανθόνερα και τα ροδόσταμά σου ∙
γεμίζουν οι παλάμες μου με γιασεμιά ανθισμένα
σφαλούν απ’ τη μαστίχα σου τα μάτια μεθυσμένα,
κι’ ακούν τ’ αυτιά μου ένα παληό τραγούδι αγάλι-αγάλι,
τραγούδι για τις Χιώτισσες που πλένουν στ’ ακρογιάλι
και, δείχνοντας αστόχαστα τον ποδοστράγαλό τους
κάνουν τους ναύτες που περνούν να χάνουν το μυαλό τους.
Ωραίο νησί ! κι αν δεν φόρεσες δαφνόκλαδα σού φτάνει
για δόξα σου το ακάνθινο του μαρτυρίου στεφάνι.
Τα γιασεμιά κοκκίνισαν το χρόνο της σφαγής σου,
πίνοντας αίμα για νερό στη ρημαγμένη γη σου.
Τα χελιδόνια πέρασαν χωρίς να σταματήσουν, 
μη ξέροντας στο χαλασμό πού τις φωλιές να χτίσουν.
Κι ο ναύτης, που ξετρέλανες, ξαναγυρνώντας πάλι 
δεν είδε ούτε μια Χιώτισσα να πλένη στ’ακρογιάλι.
                                                        Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ
 

Όταν η πολυένδοξη σάλπιγγα της ελληνικής Επανάστασης ήχησεν από τη Βλαχία και τη Μολδαβία μέχρι την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου πελά-γους, η Χίος βρισκόταν σε γαλήνια ευδαιμονία. Βρισκόταν στο απόγειο της ακμής της. Ήταν το άσυλο της ελληνικής αριστοκρατίας, ο τόπος «της τρυφής και του πλούτου» με την ανθηρή οικονομία της, το συνετό πολίτευμα τής Δημογεροντίας, το υψηλό βιοτικό, πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο, που τής εξασφάλιζαν η εύνοια και τα προνόμια του σουλτάνου∙ ήταν κατά τον ιστορικό Σπυρ. Τρικούπη το Νησί των Μακάρων και κατά τους περιηγητές, Φιστέλ  ντε Κουλάνς «μία πραγμα-τική Εδέμ, ο ανθόκηπος, όπου η μόνιμη κατοικία της ανοίξεως».

Κι ενώ στα βουνά της ηπειρωτικής χώρας βροντοκοπούσε το μπαρούτι κι άστραφτε το βόλι των ηρωīκών αγωνιστών μας και ο τρινήσιος στόλος Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών σκορπούσε τον πανικό στον τούρκικο στόλο, καίγοντας με τα πυρφόρα πλοία του τα τουρκικά πολεμικά∙  κι ενώ στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη αποκεφαλίζονται χριστιανοί και προύχοντες του Γένους, και ιερείς και Αρχιερείς ανασκολωπίζονται κι απαγχονίζονται, ακόμη και ο ίδιος ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, στη Χίο επικρατεί ειρηνόφιλη στάση και ηρεμία.

Και μόνον, όταν τα είκοσι πέντε πλοία των δύο ναυάρχων, του Υδραίου Ιακ. Τομπάζη και του Ψαριανού Νικ. Αποστόλη εμφανίζονται στις 23 Απριλίου του 1821 στον όρμο τού Πασά η Βρύση (σημερινή Δασκαλόπετρα)  με την εντολή από την Κεντρική Επαναστατική Διοίκηση να φέρουν και τη Χίο στην Εθνεγερσία, μόνον τότε οι Δημογέροντες τρομοκρατούνται και πανικόβλητοι τούς ικετεύουν να απομακρυνθούν, για να μην επιφέρουν ανέστιον όλεθρο στο νησί.

Το άκαιρον όμως του εγχειρήματος και το απόλεμο των κατοίκων σε συνδυασμό με την έλλειψη όπλων κι εφοδίων συνετέλεσε, ώστε ο Τομπάζης να εγκαταλείψει το σχέδιό του και να αποχωρήσει.

Οι Δημογέροντες τότε για να φέρουν την ηρεμία και πάλι στο νησί και να πείσουν τους Τούρκους ότι ουδεμία ανάμειξη έχουν στο εγχείρημα του Τομπάζη, σπεύδουν να δηλώσουν τη νομιμοφροσύνη τους στο σουλτάνο.

Ο πασάς όμως του νησιού δεν πείθεται με την ενέργεια αυτή. Ζητεί ως πειστήριον δέκα ομήρους, «ενέχυρα», τούς ονομάζει. Αλλά, ο πρώτος των Δημο-γερόντων Μικές Βλαστός για να γίνει  πιο πειστικός, παραδίδει αντί των δέκα ομήρων, σαράντα. Ανάμεσά τους, κατά απαίτηση των Τούρκων, και ο Μητρο-πολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης μαζί με τον Αρχιδιάκονό του Μακάριο Γαρρή.

 Όλοι τους παραμένουν έγκλειστοι στη σκοτεινή φυλακή του Φρουρίου της  πρωτεύουσας της νήσου.

Από το γεγονός αυτό, 30 Απριλίου του 1821, η πραγματικά φιλήσυχη μέχρι την ώρα εκείνη Χίος, μπαίνει στο στροβίλισμα της επαναστατικής περιόδου. Από την ημερομηνία αυτή αρχίζει η φοβερή τραγωδία του χιακού λαού.

Η κατάσταση της ευημερίας και της ανέμελης ζωής παραχωρεί τη θέση της σε μία ανοικτή τρομοκρατία, δεδομένου ότι οι Τούρκοι, καχύποπτοι για όλα, αλλάζουν ολότελα συμπεριφορά. Στερούν ελευθερίες. Βιαιοπραγούν. Κατα-στρέφουν. 

Τρομοκρατημένος ο λαός αρχίζει να γογγύζει. 

Πρωταίτιοι των ταραχών οι διακόσιοι Τουρκοκρήτες, τους οποίους μία τουρκική φρεγάτα αποβιβάζει στο νησί και οι οποίοι, σαν άγρια θηρία επιδίδονται σε βδελυρές πράξεις, φόνους, αρπαγές, βιαιότητες και άλλα ακατανόμαστα έργα.

Εξαιτίας της καταστάσεως αυτής οι Δημογέροντες προβαίνουν σε αναφορές στην τουρκική κυβέρνηση μέσω των Χίων Επιτρόπων στο Διβάνιο για ενίσχυση της τουρκικής φρουράς της νήσου, ώστε, να αποφευχθούν οι ταραχές και να επιβληθεί πάλι η τάξη. 

Υπόσχονται μάλιστα να αναλάβουν τη συντήρηση του τακτικού τουρκικού στρατού που θα στείλουν.

Σύμφωνα με το φιρμάνι του σουλτάνου, «Πληρεξούσιος Φύλαξ της Χίου διωρίσθη ο Παλαμναίος Βαχέτ Πασάς μεθ' εκατόν πυροβόλων στρατιωτών».

) Ο πολύς Βαχίτ πασάς, αρχηγικό στέλεχος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ικανός κι έμπειρος διπλωμάτης, χρηματίσας στο Παρίσι Πρεσβευτής επί σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839την εποχή του Ναπολέοντος το 1802 και Υπουργός Εξωτερικών το 1808, «σκληρός, αδίστακτος και πονηρός Ασιάτης [ ...] που προσπάθησε να κρατήσει στην ψυχή του το ταταρικό θεριό και τα ένστικτα του πεινασμένου λύκου»,  καταφτάνει στη Χίο, σύμφωνα με τους ιστορικούς, κατά τα μέσα Οκτωβρίου του 1821 και με συγκεκριμμένες εντολές από την Υψηλή Πύλη.

Ευθύς, οι Δημογέροντες συνεργάζονται μαζί του, ενώ συγχρόνως προβαί-νουν σε συνεχείς παραχωρήσεις και εκπληρούν  κάθε απαιτητικότητά του.

Κατά την υπόσχεσή της η Δημογεροντία πληρώνει για όλους τούς υπό-λοιπους μήνες, μέχρι το Μάρτιο του 1822, όλα τα έξοδα της τουρκικής φρουράς, τη σίτιση, τα πολεμοφόδια και τα προσωπικά έξοδα του Βαχίτ.

 Τα πληρώνει όλα από το Κοινό Ταμείο της Χίου.

Με την εκδίωξη των ατάκτων Τουρκοκρητών από τον τακτικό τουρκικό στρατό οι βιαιοπραγίες και οι βαναυσότητες στο νησί σταματούν. Η ηρεμία και η τάξη σταδιακά αποκαθίστανται. Οι κάτοικοι ξεθαρρεύουν κι ένα αμυδρό αίσθημα ασφαλείας επικρατεί πάλι στο νησί, με την ελπίδα, ότι το κακό θα σταματήσει εδώ. Ώσπου, το Γενάρη του 1822 μία καινούργια σουλτανική διαταγή παγώνει τη Δημο-γεροντία. Ζητούν τρεις ακόμη από τους πιο σημαίνοντες προκρίτους της Χίου, ως ομήρους, στην Πόλη. 

Παράλληλα και η κατάσταση για τους ομήρους του Κάστρου όλο και πιο αφόρητη γίνεται. Ο αριθμός τους τώρα διπλασιάζεται. Όλοι μένουν συνεχώς έγκλειστοι με τις χειρότερες συνθήκες διαβίωσης, στοιβαγμένοι σε ένα μικρό χώρο και με μόνιμη συντροφιά την πείνα και τη δίψα.

Μέσα σε αυτή τη σύγχυση και παρά την απαγορευτική διαταγή τού Δημ. Υψηλάντη για εκστρατεία στη Χίο, ο Λυκούργος Λογοθέτης με τη μεγάλη προσφορά του στον Αγώνα, τον αποδεκατισμό των αποβατικών στρατευμάτων του Καρά Αλή τον Ιούλιο του 1821 στην επαναστατημένη Σάμο και μετά την ανακή-ρυξή του από τη Βουλή ως Προέδρου και Αρχιστρατήγου των Δυνάμεων της Σάμου τον Αύγουστο του 1821, αλλάζει το σχέδιό του, να κτυπήσει δηλαδή το Κάστρο της Νέας Εφέσου. Αποφασίζει  και ετοιμάζει αποβατική επιχείρηση στη Χίο.

Στενός συνεργάτης και συναγωνιστής τού Λυκούργου ο από την Πυραμά της Χίου Χατζη-Αντώνης Μπουρνιάς, που εχρημάτισε λοχαγός τού περίφημου Συντάγματος της Ανατολής στη Γαλλία επί της εποχής του Ναπολέοντος ∙ γενναίος πολεμιστής με  διακαή πόθο να δει τη γενέτειρά του ελεύθερη από το αλέτρι της σκλαβιάς⸱ από το μαράζι τού φόβου, της ταπείνωσης, της αβεβαιότητας.

Μέσα σε αυτό το επαναστατικό σχεδόν κλίμα της Χίου κάνουν την εμφάνισή τους τα πλοία του Λυκούργου.

Σύμφωνα με την Απολογία του, ο Λυκούργος ξεκινά από τη Σάμο  με μία δύναμη αρχικά από 2500 άνδρες που φτάνει ως τους 4500, οι οποίοι επιβιβάζονται σε εξήντα πλοία. Μαζί του έχει δύο μεγάλα τηλεβόλα, τα λεγόμενα καλταδούρος και δέκα κανόνια κάμπου.

Η απόβαση γίνεται στο Κοντάρι, νότια της Χίου. Για να εμποδίσει ο Βαχίτ, την απόβαση στέλνει στο Κοντάρι σημαντική στρατιωτική δύναμη υπό τον Ελλέζογλους, ενώ ο ίδιος παραμένει επικεφαλής των αμυνομένων τού Φρουρίου, όπου μαζί με τον τουρκικό στρατό έχει κλεισθεί.

Απερίγραπτος είναι ο ενθουσιασμός, με τον οποίον οι οπλοφόροι τού Λυκούργου και του Μπουρνιά κυνηγούν τους Τούρκους μέχρι την πόλη, όπου τούς διασκορπίζουν. Και καταφέρνουν, χωρίς μεγάλη δυσκολία να τούς κλείσουν μέσα στο Κάστρο.

 Έτσι μία σκληρή πολιορκία αρχίζει.

Στο διάστημα αυτό η κατάσταση των πολιορκουμένων  τού Κάστρου όλο και πιο δύσκολη γίνεται⸱ ιδιαίτερα με την έλλειψη νερού, τροφής και καθαριότητας.

Από την άλλη πλευρά ο  Βαχίτ γνωρίζει καλά ότι, αν δε φτάσει μέσα σε δέκα ημέρες στρατιωτική βοήθεια από τον σουλτάνο, η επιβίωσή τους θα είναι πολύ δύσκολη∙ αρνείται όμως να απαντήσει στο τελεσίγραφο του Λυκούργου, που ζητεί την παράδοσή του μέσα σε τρεις ημέρες∙ αρνείται, και παρά τη διαβεβαίωση του ιδίου του αρχηγού ότι δεν θα βλάψει κανένα Οθωμανό, ούτε όσον αφορά στην περιουσία του, ούτε στην τιμή του. 

Εξάλλου, ακούει με ανακούφιση την αγόρευση στο Πολεμικό Συμβούλιο του σοφότερου ουλεμά, που καταθέτει ότι «πρέπει εις την απότομον και τολμηράν ταύτην διακοίνωσιν των απίστων γκιαούρηδων […] να τούς ανταποκριθώμεν δια γλώσσης πυρός και δια στόματος μαχαίρας». 

Η είδηση της εξέγερσης των Χίων αναστατώνει τον σουλτάνο, που θεωρεί το νησί ως το πιο πιστό και προνομιούχο της περιοχής. Αμέσως, με νέο φιρμάνι στέλνει τον έμπιστό του και δεύτερο στην ιεραρχία Αρχιναύαρχο Νασούς-Ζααντέ Αλή Πασά, τον επιλεγόμενον Καρά Αλή, εναντίον της νήσου.

Ο στόλος του Καρά Αλή, αποτελούμενος από 46 πλοία, από τα οποία έξι τρίκροτα, εννέα φρεγάτες και κορβέτες, πολλά φορτηγά πλοία και 7.000 άνδρες, πλέει προς τη Χίο. Ο ίδιος ο στόλαρχος επιβαίνει σε ένα τεράστιο σκάφος με 84 κανόνια, την Καταφρονήτρα των Πυρπολικώνόπως ονομάζεται. Μαζί του μεταφέρει άφθονα τρόφιμα, πυρομαχικά και, κατά τον Τούρκο  ιστορικό Δζεβδέτ, 100.000 γρόσια για τις ανάγκες του στρατού.

Κατά την αποβίβαση των οπλοφόρων του στο λιμάνι της Χίου το απόγευμα της Μ. Πέμπτης της 30ής Μαρτίου του 1822 συναντά σθεναρή αντίσταση από τους επαναστάτες, που μάχονται στήθος με στήθος και με απαράμιλλη γενναιότητα, όπως και ο ίδιος ο Βαχίτ σημειώνει στα Απομνημονεύματά του.

Στην επίθεση των κανονιοφόρων πλοίων τη Μ. Παρασκευή, που συνοδεύεται και από την εκτόξευση εμπρηστικών υλών, η πόλη παίρνει φωτιά. Οι πολιορκητές μετά από σκληρές μάχες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα χαρακώματα κι αρχίζουν να υποχωρούν. Η τουρκική φάλαγγα εξουδετερώνει κάθε αντίσταση και οι ορδές των μανιασμένων Τούρκων ξεχύνονται σαν λυσσασμένοι λύκοι, σφάζοντας, λεηλατώντας, αιχμαλωτίζοντας και καταστρέφοντας  ό,τι  βρίσκεται μπροστά τους.

Σαν  «κτηνώδη όντα που βγήκαν από κάποια φρικτή κόλαση» πέφτουν επάνω στη δύσμοιρη Χίο. Αχνίζει το αίμα των αδικοχαμένων παιδιών της, που ρέει ποτάμι. Παρανάλωμα πυρός η πόλη και μία δαντική εικόνα από την απρόσμενη θύελλα, την απροσμέτρητη κτηνωδία και το θανατερό μίσος.

Η φημισμένη Σχολή της Χίου πυρπολείται και  κατεδαφίζεται. Το ίδιο και η Βιβλιοθήκη. Και το Τυπογραφείο. Από τη θηριωδία των ορδών του σουλτάνου δεν ξεφεύγει ούτε το Λωβοκομείο  όπως λέγουν το Λεπροκομείο-  ούτε το Νοσοκομείο.

 Με τις αποκοπείσες ανθρωποκεφαλές οι στρατιώτες σχηματίζουν πυρα-μίδες, όπου υψώνουν σημαίες. Και άλλοι με αποκομμένα αυτιά φτιάχνουν αρμα-θιές, για να κοσμήσουν τη πρύμνη των πλοίων τους. 

Πρωτοφανής κι απερίγραπτη σε φρίκη η συμφορά.

Η διαταγή του σουλτάνου στο Βαχίτ είναι σαφής: Φωτιά- Σίδερο- Σκλαβιά. Φωτιά για την πόλη. Σίδερογια τους πολίτες. Σκλαβιά για τους νέους και νέες από 12 έως 40 ετών. Και τούτο, γιατί ήθελε η άνευ οίκτου καταστροφή και το αιματοκύλισμα της Χίου να αποτελέσει παραδειγματισμό για τα άλλα νησιά, ώστε να μην εξεγερθούν.

Οι ασιατικές τίγρεις συνεχίζουν κατόπιν με ανήκουστη φρικαλεότητα την αιματοχυσία στα χωριά και στα Μοναστήρια.

Η Μονή του Αγίου Μηνά θεωρείται σίγουρο καταφύγιο για τους κατοίκους των κοντινών περιοχών και λόγω του υψώματος, όπου είναι κτισμένη, αλλά και λόγω του ισχυρού τείχους που την περιβάλλει. Παρά όμως τη σθεναρή αντίσταση των ηρωïκών αγωνιστών, ανοίγεται ρήγμα στο περιτείχισμα από το κανόνι τού Ελλέζογλους και τα μαινόμενα στίφη των επιδρομέων πλημμυρίζουν τον περίβολο της Μονής.

Οι αγωνιστές, μαχόμενοι σώμα με σώμα, πέφτουν ηρωïκά. Ο πρόλογος της τραγωδίας του Ολοκαυτώματος της Μονής του Αγίου Μηνά εκτυλίσσεται πρώτα μέσα στον περίβολο του Ναού το ξημέρωμα της Κυριακής του Πάσχα 2 Απριλίου, ενώ στο Καθολικό ψάλλεται η Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως. Όλοι οι χριστιανοί που βρίσκονται εδώ, σαν κυνηγημένα θυράματα πέφτουν αιμοστάζοντα κάτω από το ματωμένο γιαταγάνι του επιδρομέα. 

Κι επειδή το εκκλησίασμα είναι ασφυκτικά κλεισμένο μέσα στο Καθολικό και ο συνωστισμός δυσκολεύει την είσοδό τους, δε διστάζουν να παραδώσουν στις φλόγες και τον Ναό.

 Κάτω από μία φρικώδη λάμψη του πυρός απαίσιες σκηνές εκτυλίσσονται. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Ναός, με το εκκλησίασμα μαζί, τυλίγονται στις φλόγες.

Το πρωινό της Πασχαλιάς βρίσκει τη Μονή του Αγίου Μηνά μέσα στην κόλαση του πυρός με τις γλώσσες της φωτιάς να αναμετρούνται μέχρι τον ουρανό. Πηχτοί καπνοί μαυρίζουν τον θλιμμένο ορίζοντα της άνοιξης.     

 Τα σχήματα από τις καμμένες σάρκες των θυμάτων, που έλοιωσαν με την υψηλή θερμοκρασία κι εχάραξαν τη σκληρή επιφάνεια της πέτρινης επένδυσης  του δαπέδου, παραμένουν, ακόμη και στις ημέρες μας, ανεξίτηλα, επάνω στα μάρμαρα του Καθολικού.

Στην Εκατόμβη του Αγίου Μηνά ελάχιστοι από τις 3500 ψυχές, που κατέφυγαν στη Μονή κατόρθωσαν να διαφύγουν τη δολοφονική μάχαιρα των δημίων. «Τας αιμοσταγείς κεφάλας και τα αυτία., εξαπέστειλαν στον τοποτηρητή, όστις δι' αδρών δώρων εφιλοτιμήθη να ανταμείψη την γενναιότητα τους...», γράφει ο ίδιος Βαχίτ, (250 γρόσια για κάθε γλώσσα, 100 για κάθε κεφαλή και 3.000 για τους πυροβολιστές).

Ανίερη σφαγή υφίσταται και η αυτοκρατορική Νέα Μονή. Τόπος μακελειού και αρπαγής το Μοναστήρι. Στο οχυρό του τείχος το κυνηγημένο από τα αιμοδιψή στίφη των ασιατικών ορδών, πλήθος των χριστιανών καταφεύγει, για να προστατευθεί, με την απατηλή αντίληψη, πως οι Τούρκοι θα εσέβοντο το φημισμένο Μοναστήρι και την ιερότητα του χώρου. Οι ιερείς, οι μοναχοί και όλοι οι καταφυγόντες εδώ πέφτουν επίσης τραγικά θύματα της κτηνωδίας των αφηνιασμένων επιδρομέων, που σαν μαινόμενοι λύκοι ρίχνονται και επάνω στους θησαυρούς της. Αλύπητα καταστρέφονται, λεηλατούνται και εξαφανίζονται οι θησαυροί και τα κειμήλιά της, για να πωληθούν στις αγορές της Ανατολής.

Αλλά οι θηριωδίες του Καρά Αλή και του Βαχίτ δε σταματούν εδώ.      Την έβδομη ημέρα των σφαγών ο Καρά Αλής, θέλοντας να συλλάβει όσους κατέφυγαν στα δάση και στα σπήλαια, εκδίδει εγκύκλιο, με την οποία χορηγεί αμνηστία σε όλους τους κατοίκους υπό τον όρο να παραδώσουν τον οπλισμό τους και να επιστρέψουν στην πόλη και στα χωριά, που εγκατέλειψαν. Χρησιμοποιεί μάλιστα για τον σκοπό αυτό προτρεπτική επιστολή από τον Μητροπολίτη Πλάτωνα και τους ομήρους του Κάστρου, ώστε να πείσει τους κατοίκους να επιστρέψουν στις εργασίες τους.

Όσοι υπάκουσαν στην πρόσκληση, επειδή την εθεώρησαν ως το  τέλος των δεινών τους, βρέθηκαν σε αξιοθρήνητη κατάσταση.

 Με την αθέτηση της υπόσχεσης για αμνηστία, νέα απροκάλυπτα φονι-κότατη επίθεση εξαπολύεται από τους δύο αρχηγούς∙ η δεύτερη μεγάλη σφαγή, η μεγαλύτερη σε διάρκεια και αριθμό θυμάτων.

Έτσι, αφού κατέσφαξαν και αφού αιχμαλώτισαν όσους γύρισαν στα σπίτια τους, εστράφηκαν στην ύπαιθρο. Άλλους έσφαζαν κι αμέσως μετά τούς έκαιαν⸱ άλλους τούς εθανάτωναν στο δρόμο και άλλους τούς εφυλάκιζαν, για να τούς αποκεφαλίσουν λίγους-λίγους κάθε ημέρα. «Όποιον δρόμον επεριπάτει τις κατά το νότιον μέρος μάλιστα της νήσου», γράφει ο Ανδρέας. Μάμουκας, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, «σπανίως έβλεπε δύο λεπτώv διάστημα κενόν, χωρίς να απαντήση πτώματα το εν μετά το άλλο...».

Τακτική του Βαχίτ ήταν από την αιχμαλωσία και το γιαταγάνι τους να μην ξεφύγει κανένας. Καθημερινά «νέοι και νέες χείρα με χείρα δεδεμένοι […], έχοντες εζωγραφισμένον τον θάνατον εις το πρόσωπο, εφέροντο καθ' αρμαθούς και εις την καταδίκην απαγόμενοι, έκαμναν να αντηχή ο τόπος από τας οιμωγάς των [...] μέρος γης δεν έμεινεν απότιστον από αίμα». 

 

Πιστός ακόμη στις θείες επιταγές και στη σουλτανική διαταγή ο τοποτηρητής Βαχίτ, όπως ο ίδιος αυτοεπαινείται στα Απομνημονεύματά του, στρέφεται και κατά των ομήρων του Κάστρου, οι οποίοι  ένα χρόνο τώρα εσάπιζαν στην ανήλια και υγρή φυλακή τους.

Ξυπόλυτοι, σκελετωμένοι, ανθρώπινα ράκη με τη θανάσιμη αγωνία στο πρόσωπο οι όμηροι οδηγούνται ανά δεκάδα με αργά βήματα στην αγχόνη, που οι δήμιοί τους έχουν στήσει στην πλατεία Βουνακίου. 

Αλαλαγμοί χαράς και γιουχαΐσματα με μίσος, καθώς περνούν ανάμεσα από το εξαγριωμένο πλήθος των αλλοθρήσκων.

 Ήρεμοι όμως οι ίδιοι και με θάρρος αντιμετωπίζουν τον θάνατο σαν λύτρωση. Τα πτώματα παραδίδουν κατόπιν στον όχλο, οι οποίοι για να τα διαπομπέμψουν, τα σέρνουν στη πόλη. Πρώτα αποκεφαλίζουν τον Μητροπολίτη Πλάτωνα και τον Αρχιδιάκονό του Μακάριο. Κρεμούν έπειτα τις κεφαλές τους με τούρκικα σαρίκια,  σε κοντάρια και τούς λιθοβολούν.

Σκηνές βιβλικής κολάσεως ξετυλίγονται και στον Ανάβατο. Εδώ η εκδίκηση και το μίσος χορταίνουν αίμα. Με υψωμένα τα χατζάριά τους οι βάρβαροι σφάζουν και θερίζουν ανελέητα, όποιον βρεθεί μπροστά στον σίφουνα της ακόλαστης μανίας τους. Μάνες, μωρά παιδιά, ανήμποροι γέροι, νέοι, σφάζονται ή σύρονται στην αιχμαλωσία ανάλογα με τις ορέξεις τους. Άκακα νήπια αρπάζονται από τις αγκαλιές των μανάδων και ρίχνονται απάνθρωπα στους κρημνούς. Έμβρυα αποκομμένα από την κοιλιά των μητέρων τους θερίζονται στον αέρα. Οικτρές οι κραυγές. Γόοι. Κοπετός και θρήνοι. Ποτάμι ρέει το αίμα στο ηρωïκό καστροχώρι.

Πολλές κοπέλλες και νεαρές μητέρες με τα βρέφη στην αγκαλιά, τρομοκρατημένες από τις φρικιαστικές βιαιότητες των άγριων επιδρομέων, προτι-μούν να πέσουν στο χάος της χαράδρας με τους μυτερούς βράχους, παρά να συλ-ληφθούν αιχμάλωτες και να οδηγηθούν στα χαρέμια και τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Είναι ο Ανάβατος, το Χιώτικο Ζάλογγο του Σουλίου. Ένας ακόμη Εθνικός Βωμός, όπου για άλλη μια φορά σώζεται η τιμή της Ελληνίδας.

Αξιοσημείωτη σε γενναιότητα αντίσταση προβάλλουν και οι κάτοικοι του χωριού Πιτυός. Ο Βαχίτ πασάς γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι υπέκυψαν όλοι μετά από αιματηρή πάλη και δεν έμεινεν ούτε ίχνος ζωής ή περιουσίας. Τα σπίτια τους «κατεκάησαν, οι δε άνθρωποι ετελειώθησαν δια στόματος μαχαίρας».

 

Η τουρκική πλημμυρίδα των ανθρωποσφαγών και της καταστροφής δεν αφήνει ανεπίσκεπτο κανένα χωριό στο νησί. Τα Καμπόχωρα, ο Βροντάδος, η Καλλιμασιά, ο Δαφνώνας, το Χαλκειός, τα Σκλαβιά, ο Ζυφιάς, η Βολισσός, το Άγιο Γάλας, τα Καρδάμυλα, δοκιμάζουν την πιο σκληρή ασιατική θηριωδία. Όμοια και τα Μοναστήρια του Βρετού, της Πλακιδιωτίσσης, των Χαλάνδρων, των Νενήτων και άλλα, όπου οι μοναχές βιάζονται, σφάζονται και σύρονται στη σκλαβιά και την ατίμωση.

Στο Κάβο Μελανειός, βορειοδυτικά του νησιού, η ασιατική αγριότητα ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Το λαιμητόμο γιαταγάνι του θηριώδους όχλου ικανοποιεί τα πιο πρωτόγονα ένστικτά τους με τις πιο φρικαλέες επινοήσεις. Εδώ, η θάλασσα μετατρέπεται σε ποτάμι ολοκόκκινο⸱ βαθύ χρώμα πηκτό, από το αίμα αθώων υπάρξεων, που είχαν συγκεντρωθεί στον τόπο αυτό, για να περαιωθούν στα Ψαρά και στα γύρω κοντινά νησιά..   

Κι ενώ το μαρτυρικό νησί κολυμπά στο αίμα των παιδιών του και η γη του ζυμώνεται με το άλυκο χρώμα από τη θυσία τους, η άνανδρη και μοναδική στην Ιστορία της Ανθρωπότητας Σφαγή της Χίου βαθιά πληγώνει τις ελληνικές καρδιές∙ και προπάντων των αγωνιστών σε ολόκληρη την επαναστατημένη χώρα.

Ο στόλος του Καρά Αλή, που ναυλοχεί στο λιμάνι της Χίου, όχι μόνο ανησυχία και κίνδυνο για την Επανάσταση προκαλεί, γιατί, αν η τουρκική αρμάδα αφεθεί ανενόχλητη να επιτελέσει τον προορισμό τής εξόδου της, ζοφερή διαγρά-φεται η τύχη του Αγώνα∙ αλλά είναι και πρόκληση για τους αγωνιστές και κεντρίζει ασταμάτητα την εκδικητική τους μανία.

Με σκυμμένο το κεφάλι και την ψυχή γεμάτη πόνο ο Κωνσταντίνος Κανάρης από τα Ψαρά βλέπει μπροστά του τους Τούρκους να σφάζουν αλύπητα τον άμαχο πληθυσμό του γειτονικού νησιού⸱ βλέπει τους θρήνους, τα δάκρυα, τον σπαραγμό∙ το αίμα να τρέχει ασταμάτητο μέχρι τη θάλασσα.

Τριάντα τεσσάρων ετών παλληκάρι ο Κανάρης, θαλασσοψημμένος ναυ-τικός, μικρόσωμος και λεπτός, αγαθός και σώφρων, σύμφωνα με την περιγραφή του Αμερικανού ιστορικού Howe, είναι υπόδειγμα τιμιότητας κι ευθύτητας.

Ένα βράδυ, διηγείται ο ιστορικός των Ψαρών Κωνσταντίνος Νικόδημος, με-ρικοί ναύτες «εν ευθυμία» ευρισκόμενοι, ορκίζονται στην Εικόνα της Παναγίας να κάψουν τον στόλο του Καρά Αλή. Η πρόθεσή τους υιοθετείται αμέσως από την Βουλή των Ψαρών και το σχέδιο της επιχείρησης καταρτίζεται μεθοδικά. Η επίθεση θα γίνει από δύο πυρπολικά. Ένα Ψαριανό του Κανάρη κι ένα Υδραίικο του Πιπίνου, τα οποία θα συνοδεύονται από τέσσερα πλοία.

Γονυκλινής κι ανυπόδητος επικαλείται τώρα ο Κανάρης μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού του Αγίου Νικολάου του νησιού του τη Θεία Αντίληψη. Δακρύβρεκτος παρακαλεί την Δέσποινα του Κόσμου να τού συγχωρήσει το αμάρτημά του για τους αιχμαλώτους, που επιβαίνουν στη ναυαρχίδα και τα άλλα πολεμικά. Έτσι, την 1ην Ιουνίου μετά από ειδική Εκκλησιαστική Τελετή στο Ναό κι αφού τα πληρώματα κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, τα έξι πλοία τού Κανάρη και τού Πιπίνου βάζουν πλώρη για το λιμάνι της Χίου.

Η γαλλική εφημερίδα Spectacteur Oriental δίνει μία πλήρη περιγραφή των γεγονότων από τη Χίο. «Ο τουρκικός στόλος ήταν αγκυροβολημένος στην πόλη της Χίου. Η ναυαρχίδα επικεφαλής της παράταξης βρισκόταν σε απόσταση τριών μιλλίων από την ακτή. Είχε βαρύτιμους θησαυρούς και το πλήρωμά της έφτανε τα 2.286 πρόσωπα».

Δύο ελληνικά μπρίκια μπαίνουν στο κανάλι της Χίου και κάνουν βόλτες. Οι Τούρκοι τα θεωρούν φιλικά, επειδή έχουν υψωμένη επάνω τους παραπλανητικά την αυστριακή σημαία, δεδομένου ότι οι Αυστριακοί ήταν οι καλύτεροί τους φίλοι. Όταν κάποια στιγμή πλησιάζουν αρκετά τον στόλο, προφανώς για να εντοπίσουν τον στόχο τους, οι Τούρκοι τούς ειδοποιούν να απομακρυνθούν. 

Ατάραχοι οι κυβερνήτες τους, αλλάζουν πορεία. Στρέφονται προς τον Τσεσμέ. Προς τα μικρασιατικά παράλια. Και χάνονται στην Ανατολή, για να τούς εξαπατήσουν ότι δήθεν ταξιδεύουν  προς τη Σμύρνη.

Τη νύχτα της 6ης προς την 7η Ιουνίου τα πλοία με απόγειο άνεμο επιστρέφουν και μπαίνουν στο στενό Οινουσσών - Καραμπουρνού.

Είναι η νύκτα του ραμαζανίου.

 Οι Τούρκοι γιορτάζουν το μπαϊράμι τους. Ο στόλος τους με τη ναυαρχίδα του σουλτάνου στέκεται περήφανα φωταγωγημένος με πολλούς φανούς, κρεμασμένους από τα κατάρτια και τις κεραίες, μπροστά στο λιμάνι της Χίου. Επάνω του φέρει μεγάλο αριθμό προσκεκλημμένων, που ήλθαν να γιορτάσουν μαζί με τη μεγάλη τής πίστης τους γιορτή και τη νικητήρια κατά του νησιού επέλασή τους.

Ανάμεσα στις πολλές κι εξέχουσες προσωπικότητες ευρίσκονται και αξιωματούχοι της τουρκικής διοίκησης της νήσου, αλλά και πολλοί προσκε-κλημμένοι του Καρά Αλή από την απέναντι μικρασιατική ακτή.     

Μόνο ο τοποτηρητής Βαχίτ απουσιάζει. Δε δέχθηκε την πρόσκληση εξαιτίας κάποιας παληάς τους διένεξης.

Πλησιάζει η 4η πρωινή της 7ης Ιουνίου.

Μέσα στην κατασκότεινα ασέληνη νύχτα ο Κανάρης ζυγώνει κατάπλωρα με το πυρπολικό του την ανύποπτα ολοφώτιστη ναυαρχίδα, από την προσήνεμη πλευρά. Έχει καταφέρει να διαφύγει την προσοχή των εχθρικών πλοίων, που το θεωρούν τουρκικό. Οι δύο πλευρές αγκαλιάζονται θανάσιμα.

Αμέσως περνά τον πρόβολο του πυρπολικού σε μια κανονιοθυρίδα κοντά στην πλώρη. Με σιδερένιους γάντζους δένει το πυρπολικό στην μπουκαπόρτα της πυριδιταποθήκης. Οι γάμπιες και τα ξάρτια του πυρπολικού μπλέκονται γερά στο μπαστούνι του δίκροτου σκάφους, ενώ το γλέντι επάνω στη ναυαρχίδα έχει ανάψει. Ανάβει όμως κι ο Κανάρης το μπουρλότο του. Ταχύτατα η θρυαλλίδα μεταδίδεται στα ιστία και τα εξαρτήματα τού πυρπολικού, που είναι ολόβρεχτα από ρητίνη και πίσσα.

Μόλις ο Κανάρης με το πλήρωμά του προλαβαίνει να πηδήσει στη σωσίβια βάρκα, όπου οι πυρπολητές κρατούν τα κουπιά, έτοιμοι να απομακρυνθούν. Ολόκληρο το πυρπολικό παίρνει φωτιά.

Ακαριαία οι φλόγες,  που  εισχωρούν από τις ανοικτές κανονιοθυρίδες και υποδαυλίζονται από τον άνεμο, πετάγονται στο κατάστρωμα. Το πλοίο πλημμυρίζει από αστραπές φωτιάς και νέφη καπνού. Σαν καιόμενο καμίνι βρυχάται, Σύγχυση και πανικός παντού. Μάταιες οι προσπάθειες του πληρώματος να σβήσουν τη φωτιά.

Ξαφνιασμένο, όπως είναι το πλήρωμα, από την αναπάντεχη πυρκαγιά, δε δίνει καμμιά προσοχή στη βάρκα, που με τα κουπιά της λάμνει και γλυστρά μέσα στο σκοτάδι. 

Μόνο για τη σωτηρία τους νοιάζονται.

Έντρομοι κι οι συνδαιτημόνες «εν μέθη και κραιπάλη» συνωστίζονται επάνω στη ναυαρχίδα. Ουρλιάζουν απεγνωσμένα.  Μερικοί ρίχνονται στη θάλασσα. Οι φλόγες δυναμώνουν ακόμη περισσότερο με τον άνεμο και ζυγώνουν την πυριτιδαποθήκη. Σαν αστραποχτυπημένο  ολόκληρο το μεγαλόπρεπο σκάφος τού Καρά Αλή παίρνει φωτιά. Λαμπαδιάζει. Και μεταβάλλεται σε γιγάντιο πυροτέχνημα.

Μια τρομακτική έκκρηξη και η ναυαρχίδα ανατινάζεται στον αγέρα. Μαζί ανατινάζονται κανόνια, κεραίες, κομμάτια πυρωμένου σιδήρου, σφαίρες, ξύλα, διάφορα συντρίμμια, διαμελισμένα σώματα των αιχμαλώτων, των πληρωμάτων, των επισήμων Τούρκων⸱ και μια πελώρια λάμψη υψώνεται μέχρι τον ουρανό της Χίου. Είναι σα να καίγεται ο ίδιος ο ουρανός. Μια κόλαση πυρός, που βγαίνει μέσα από την καρδιά της κατασκότεινης βραδιάς, για να κάψει την Τουρκιά∙ να την εκδικηθεί για τα ποτάμια του αδικοχυμένου αίματος.

Παρά όμως τον άμεσο κίνδυνο  ο Μέγας Ναύαρχος  Καρά Αλής, που επίστευε  ότι μπορούσε να κατασβήσει τη φωτιά, αρνείται να εγκαταλείψει την ναυαρχίδα του. Με δυσκολία, τον κατεβάζουν την τελευταία στιγμή σε μια βάρκα. Την ίδια ώρα ένα καιόμενο τμήμα από το κατάρτι του σκάφους τον πληγώνει στην κεφαλή και συγχρόνως ανατρέπει τη βάρκα. Το αίμα τρέχει ποταμηδόν και βάφει τα πυρπολημένα νερά τού πελάγους. 

Εξαντλημένος ο ίδιος, προσπαθεί να κολυμπήσει. Σε μια ώρα περίπου φτάνει στη στεριά, όπου αφήνει την τελευταία του πνοή.

Από τα 2.286 άτομα που έφερε επάνω της η ναυαρχίδα μόνο τα 200 κατάφεραν να σωθούν.

Η φιλοτουρκική εφημερίδα της Σμύρνης «Ο Θεατής της Ανατολής» γράφει: «Πριν ανατιναχθεί η ναυαρχίς τρόμος διεχύθη εις την πόλιν της Χίου [...] Όλα τα άλλα πoλεμικά είχον κόψει τα σχοινία των και ήσαν εις μεγάλην σύγχυσιν […] το μεγαλοπρεπές πλοίον των 84 κανονιών ανετινάχθη. Η έκκρηξις ήτο φρικαλέα. Η πόλις διεσώθη ως από σφοδρόν σεισμόν».

Στον πύρινο λόγο, που εκφωνεί τη μεθεπομένη ο ιμάμης στο τζαμί τής Σμύρνης με θέμα την πυρπόληση της ναυαρχίδας, αποδίδει την καταστροφή της «στον κεραυνό του Θεού για τα εγκλήματα που έγιναν στη Χίο από τους Τούρκους».

Από την άλλη πλευρά ο εξοργισμένος από τη μεγάλη καταστροφή Βαχίτ επιχειρεί αμέσως μετά, την τρίτη εξόρμηση σφαγής των κατοίκων, το τρίτο γιουρούσι, όπως ονομάσθηκε, η θηριώδης αυτή εκδίκηση. Άτακτα στίφη των Τούρκων έως 20.000, μανιασμένοι από φανατισμό και δίψα για αίμα, εξαπο-λύονται κατά των Μαστιχοχώρων, τα μόνα χωριά που είχαν γλυτώσει από τη σφαγή του Απρίλη.

Το έργο του ολέθρου και της καταστροφής απλώνεται τώρα ολοκληρωμένο και στα πλούσια Μαστιχόχωρα, με σφαγές, αιχμαλωσίες, λαφυραγωγία, εμπρησμούς και κάθε μορφής τρομοκρατία. 

Το αποτέλεσμα είναι να συμπληρωθεί ολότελα η καταστροφή και η ερήμωση της νήσου.

Κατά τους ιστορικούς, από τις 120.000 κατοίκους που αριθμούσε τότε η Χίος κατά την προ δύο ετών απογραφή της νήσου, 40.000 εσφαγιάσθηκαν, 40.000 εσύρθηκαν  ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής σύμφωνα με τις δηλώσεις τους στο τελωνείο, και γύρω στις 38.000 εγκατέλειψαν το νησί. Μόνο 1.800 έως 2.000 κατάφεραν να γλυτώσουν από τη σφαγή και να παραμείνουν στον τόπο τους.

Το ανδραγάθημα του Κωνσταντίνου Κανάρη, που υπήρξε το αποκο-ρύφωμα των ναυτικών κατορθωμάτων της Επανάστασης, ήλθε σαν απάντηση στα καπνίζοντα ερείπια της Χίου, στις φρικαλεότητες που υπέστη και την ολοσχερή ερήμωσή της . 

Παραταύτα είχε επωφελή αντίκτυπο για την Επανάσταση. Με την Αυρπόληση της ναυαρχίδας, έργο τόλμης, αποφασιστικότητας κι αυτοθυσίας, ανέκοψε τα σχέδια του Καρά Αλή, να προχωρήσει, αφού ενωθεί με τον αιγυπτιακό στόλο, προς άλλα νησιά του Αιγαίου, προφανώς  προς τα Ψαρά και τη Σάμο⸱ κι κατόπιν να στραφεί προς τον Μωρηά, για να τροφοδοτήσει το  πολιορκούμενο Ναύπλιο. 

Παράλληλα, αναπτέρωσε το ηθικό των αγωνιζομένων Ελλήνων⸱  ετόνωσε τον ενθουσιασμό τους για την ανάκτηση της ελευθερίας τους⸱ και   συνειδητοποίη-σαν πλέον όλοι τους την αξία τού φοβερού όπλου που κατείχαν, τα πυρπολικά, τα οποία οι Τούρκοι δεν είχαν τρόπο να αντιμετωπίσουν.

Ταυτόχρονα, προσέδωσε περίλαμπρη αίγλη στην Επανάσταση, συνεκίνησε βαθύτατα τους Ευρωπαίους με τη φρικτή ανθρωποσφαγή τού μαρτυρικού νησιού κι εξήψε ζωηρό τον ενθουσιασμό των Φιλελλήνων, ώστε να ταχθούν υπέρ του καταπιεζομένου ελληνικού λαού.

Ο συγγραφέας Νίκ. Σωτηράκης γράφει για τον άθλο του Κανάρη  ότι  με αυτόν « άνοιξαν οι πύλες της Αθανασίας, για να μπει μέσα ο Κωνσταντής Κανάρης, ο Νικητής των ΣΦΑΓΩΝ και του ΕΞΑΝΔΡΑΠΟΔΙΣΜΟΥ της νήσου Χίου».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία: Βαχίτ Μεχμέτ Εμίν πασά, Τοποτηρητού Χίου 1822 Απομνημονεύματα Πολιτικά, Εν Ερμουπόλει Σύρου, Τύποις  Γ. Μελισταγούς Μακεδόνος 1861- Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών 81. 

Μάμουκα Ανδρ. Ζ., Η Καταστροφή της Χίου ( Εν έτει 1822)  Εδημοσιεύθη 1866, εις «Εβδομάς» 3,1866 ( σελ.123-125 &135-136,141-148,159-160).

 Φωτεινού Γρηγορίου, Επισκόπου Μυριοφύτου και Περιστάσεως Νεαμονήσια ( δύο βιβλία ) Εν Χίω . Εκ του Τυπογραφείου Κ. Μ. Προκίνου, 1865.

 Κοραή Αδαμαντίου, Άτακτα Γ΄τόμ., Ανατύπωση με Εισαγωγή Στέργ. Φασουλάκη, Χίος 1998.
  • ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 63, ΑΘΗΝΑ 106 80
  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
© 2019 Εθνική Εταιρεία των Ελλήνων Λογοτεχνών.
Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.