Σ’ ΕΝΑ ΑΚΡΙΤΙΚΟ ΜΑΣ ΝΗΣΙ


ΜΕΡΟΠΗ Ν. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ἐκεῖνο τόν Ἀπρίλιο, συνεδρίασε τό Διοικητικό Συμβούλιο τοῦ Γυναικείου Σωματείου, μέ σκοπό νά ἀποφασίσει πῶς θά ὀργανώσει τήν ἐκδήλωση γιά τήν Παγκόσμια Ἡμέρα τῆς Μητέρας, τήν δεύτερη Κυριακή τοῦ Μαῒου, ὅπως ἔκαναν κάθε χρόνο. 

Μετά ἀπό ἀρκετή συζήτηση, ἔγινε ὁμόφωνα δεκτή μιά πρόταση μιᾶς νέας κοπέλας πού ἔλεγε:

«Ἀντί γιά μιά πανηγυρική ἐκδήλωση, μέ ἀντίστοιχες δαπάνες, αὐτά τά χρήματα νά διατεθοῦν διαφορετικά. Νά χωριστοῦν, τά Μέλη τοῦ Συμβουλίου, σέ τρεῖς ὁμάδες, νά ἐπισκεφθεῖ ἡ κάθε ὁμάδα ἕνα ἀπό τά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, νά προσφέρει ἀπό ἕνα χρήσιμο ἀναμνηστικό δῶρο στίς ἐκεῖ πολύτεκνες μητέρες καί νά βραβεύσει μία ἀπό αὐτές μέ ἕνα σεβαστό χρηματικό ποσό. Τό κριτήριο γιά τό ποιά, σέ κάθε νησί, θά ἔπαιρνε τό χρηματικό βραβεῖο, θά ἦταν κυρίως ὁ ἀριθμός τῶν παιδιῶν πού θά εἶχε ἀποκτήσει».

Ἔτσι κι ἔγινε. Ἡ ὁμάδα στήν ὁποία συμμετεῖχε ἡ Δήμητρα, εἶχε προορισμό ἕνα μικρό ἀκριτικό νησί. Εἶχε γίνει προσυνεννόηση μέ τούς ἀντίστοιχους τοπικούς φορεῖς καί, φτάνοντας στό νησί τό Σάββατο τό ἀπόγευμα, οἱ κυρίες τῆς ὁμάδας τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀπό τήν Ἀθήνα, βρῆκαν νά τίς περιμένει, μέ πολύ χαρούμενη διάθεση, ἡ ὑπεύθυνη τοῦ τοπικοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων. 

Στό γραφεῖο, ὅμως, ὅπου θά συναντοῦσαν τίς πολύτεκνες μητέρες τοῦ νησιοῦ, διαπίστωσαν ὅτι ἀρκετές ἔλλειπαν, ὅπως ἔλλειπε ἀκόμα κι ἐκείνη ἡ μητέρα πού, ὡς ἡ πιό πολύτεκνη, εἶχε ἐπιλεγεῖ γιά τήν βράβευση.

-Εἶναι, ξέρετε, ἀπόγευμα Σαββάτου, μέ χίλιες-δυό δουλειές γιά τίς πολύτεκνες μανάδες, δικαιολόγησε τήν ἀπουσία ἡ ὑπεύθυνη.

-Ἔχετε δίκιο. Τό καταλαβαίνουμε, εἶπαν μέ κατανόηση οἱ ἐπισκέπτριες.

Μέ δυό ἐνθαρρυντικά λόγια καί θερμές εὐχές, μοίρασαν τά ἀναμνηστικά δῶρα σέ ὅσες ἀπό τίς πολύτεκνες μητέρες εἶχαν ἔρθει, ἄφησαν τά ὑπόλοιπα γιά νά δοθοῦν ἀργότερα ἀπό τήν ὑπεύθυνη σέ αὐτές πού ἔλλειπαν, καί ζήτησαν τό ὄνομα καί τήν διεύθυνση τῆς πιό πολύτεκνης μάνας, πού εἶχαν κρίνει ὅτι θά ἔπρεπε νά πάρει καί τό χρηματικό βραβεῖο.

-Εἶναι ἡ κυρά Μαριγώ, εἶπε ἡ ὑπεύθυνη. Ἔχει στήν ζωή δώδεκα παιδιά, ἔχει ἀποκτήσει εἴκοσι πέντε ἐγγόνια καί τρία δισέγγονα. Μένει λίγο ἔξω ἀπό τήν Χώρα, βοηθάει κι ὅσο μπορεῖ ὅλη της τήν οἰκογένεια καί γι’ αὐτό δέν θά μπόρεσε νά ἔρθει ἀπόψε ἐδῶ.

-Δέν πειράζει, θά πᾶμε ἐμεῖς νά τήν βροῦμε, εἶπαν καί ξεκίνησαν.

*   

Σέ λίγο, μ’ ἕνα ταξί, ἔφτασαν στό χαμηλό κάτασπρο σπιτάκι τῆς κυρά Μαριγῶς, μέ τόν περιποιημένο ὁλάνθιστο μικρό κῆπο. Τούς ἄνοιξε μιά, λίγο σκυφτή, ἡλικιωμένη γυναίκα. Εἶχε ἔνα κατάλευκο πλεξουδένιο στεφάνι στό κεφάλι κι ἕνα πεντακάθαρο γαλάζιο βλέμμα, πού ἔδειξε ἔκπληξη.

Τῆς ἐξήγησαν ποιές εἶναι καί ἐκείνη, μ’ ἕνα γλυκό χαμόγελο, τίς πέρασε μέσα. Ἐκεῖ, στό φτωχικό, ἀλλά καλοσυγυρισμένο καθιστικό, καθόταν ἕνας γέρος μέ παχύ κατάλευκο μουστάκι.

-Εἶναι οἱ κυρίες ἀπό τήν Ἀθήνα, τοῦ εἶπε ἡ κυρά Μαριγώ.Ἦρθαν, λέει, γιά νά ποῦν εὐχαριστῶ στίς πολύτεκνες μανάδες τοῦ νησιοῦ μας. Πάω  μιά στιγμή νά φέρω ἀπό μιά δροσερή βυσσινάδα κι ἔρχομαι. Καθῆστε ἐσεῖς, εἶπε καί κατευθύνθηκε πρός τό ἐσωτερικό τοῦ σπιτιοῦ.

Ὁ γέρος, ἐμφανῶς ξαφνιασμένος, εἶπε μέ βραχνή φωνή:

-Ἄς εἶστε καλά κυράδες μου. Δέν τῆς ἔχει ματαπεῖ ἄλλος κανείς εὐχαριστῶ τῆς γριᾶς μου. Ἄς εἶστε καλά.

*

Ὅταν ἦρθε ἡ κυρά Μαριγώ μέ τό κέρασμα, οἱ ἐπισκέπτριες ἄρχισαν νά τήν ρωτοῦν διάφορα. Κι ἐκείνη, μ’ ἕνα κάπως ντροπαλό χαμόγελο, τούς μίλησε  γιά τά παιδιά, τά ἐγγόνια καί τά δισέγγονά της. Ἐξιστοροῦσε ἁπλᾶ τό καθημερινό της πρόγραμμα. Τό πῶς ἔπρεπε νά ζυμώνει καί νά φουρνίζει ἀργά τήν νύχτα, πῶς ἔφερνε νερό ἀπό τό πηγάδι κι ἔβαζε σκάφη, γιά νά προλάβει ν’ ἁπλώσει τά ροῦχα πρίν σηκωθοῦν τά πιό μεγάλα παιδιά πού ἔπρεπε νά ἑτοιμαστοῦν για τό σχολεῖο. Ἑτοίμαζε, ὅμως, ἀπό τά χαράματα, τό κολατσό πού θά ἔπαιρναν αὐτά μαζί τους, ἀλλά κι αὐτό πού θά ἔπαιρνε ὁ ἄνδρας της, φεύγοντας γιά ψάρεμα. Μετά ἔπρεπε νά βολέψει τά μικρότερα καί νά φροντίσει νά «βάλει τό τσουκάλι στή φωτιά γιά τό μεσημεριανό».

Σέ μιά στιγμή, ἡ Δήμητρα, δέν μπόρεσε νά κρατήσει τόν θαυμασμό, ἀλλά καί τήν αὐθόρμητη περιέργειά της καί ρώτησε :

-Καλέ κυρά Μαριγώ, πῶς τά προλάβαινες ὅλα αὐτά μέ δώδεκα παιδιά; Ἐγώ δύο μόνο ἔχω καί σκοτωνόμουνα νά τά προλάβω ὅλα ὥσπου νά μεγαλώσουν. Πές μου, σέ παρακαλῶ τό μυστικό σου.

Ἡ κυρά Μαριγώ κοντοστάθηκε σάν νά συλλογιζότανε. ὕστερα, μέ μιά ἤρεμη, γλυκειά καί σταθερή φωνή εἶπε :

-Δέν ἔχω μυστικό καλή μου κυρά. Ἀναλογιέμαι πώς ὅταν τά παιδιά εἶναι δυό, τά ζητοῦν καί τά περιμένουν ὅλα ἀπό τή μάνα τους. Ὅμως, σάν εἶναι πολλά τά παιδιά, καταλαβαίνουν πώς τά μεγαλύτερα πρέπει νά βοηθοῦν στίς δουλειές καί νά φροντίζουν ὅπως μποροῦν τά μικρότερα. Γιατί ἀλλιῶς, τό σπίτι ξεχαρβαλώνεται μπίτ γιά μπίτ, «κι οὔτε ροῦχα καθαρά, μήτε καρβέλι στήν κοιλιά», ὅπως μὄλεγε κι ἐμένα ἡ συχωρεμένη ἡ μάνα μου.

Ξέσπασε σ’ ἕνα αὐθόρμητο ντροπαλό γέλοιο πού ἁπλώθηκε ἀμέσως σέ ὅλη τήν συντροφιά. Ἡ κυρά Μαριγώ ψιλοκοκκίνησε καί σήκωσε τήν ἄκρη τῆς ποδιᾶς της νά κρύψει τό πρόσωπό της . Ἡ Δήμητρα, γιά νά τήν κάνει νά νιώσει καλύτερα, πῆγε κοντά της, τῆς ἔπιασε τό χέρι καί τῆς εἶπε μέ γλύκα.

-Πάντως, κυρά Μαριγώ, ἀλήθεια σοῦ λέω, εἶναι γιά νά σέ θαυμάζει κανείς, ἄν σκεφτεῖ τό πῶς τά κατάφερνες νά χωρέσουν ὅλα αὐτά μέσα στίς ὧρες πού ἔχει μιά μέρα.

-Βόηθησε κι ὁ Θεός καλή μου. Βόηθαγε κι ὁ γέρος μου πότε – πότε, ὅσο μπόραγε. Ἀλλά, ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, τότενες πού ἤσαντε τά πιό πολλά μικρά, δέν θυμᾶμαι νἆχα ποτέ κοιμηθεῖ μιάν ὁλάκερη νύχτα. Ἐκτός ἀπό τίς δουλειές πού σοῦ εἶπα, ἔπρεπε, ἀργά-ἀργά τό βράδυ, νά κάνω κι ἕνα γύρο ἐκεῖ πού εἶχαν ξαπλώσει γιά νά ἰδῶ, τάχα ἀναπνέουν ὅλα τους;

Ὁ γέρος της, πού παρακολουθοῦσε τήν κουβέντα, με μιά πονηρούτσικη γκριμάτσα, συμπλήρωσε μέ διάθεση νά τήν πειράξει:

-Καί σοὔμεινε ἀπό τότε τό χούι μαρή Μαριγώ. Γιά τοῦτο δέν μ’ ἀφήνεις νά κοιμηθῶ, ἔτσι πού στριφογυρνᾶς τή νύχτα ὥσπου νά σέ πάρει ὁ ὕπνος.

***

Αὐτήν τήν φορά, τό γέλιο ἦταν τρανταχτό καί μέ διάρκεια. Οἱ ἐπισκέπτριες θεώρησαν ὅτι ἦταν πιά ἡ κατάλληλη στιγμή γιά νά δώσουν στήν κυρά Μαριγώ τό ἀναμνηστικό δῶρο της, μαζί καί τόν φάκελλο μέ τό χρηματικό ποσόν, λέγοντάς της ὅτι ἦταν ἕνα «εὐχαριστῶ» γιά ὅλα. Ἄνοιξε τόν φάκελλο ξαφνιασμένη, εἶδε τά χρήματα, κοντοστάθηκε, ἔψαξε νά βρεῖ τά λόγια της καί, τελικῶς, κατάφερε νά πεῖ μέ συγκινημένη φωνή:

-Δέν ξέρω πῶς νά σᾶς φχαριστήσω κυράδες μου. Γιατί ὅλα αὐτά σ’ ἐμένα; Δέν ἔκαμα δά καί τίποτα παραπάνω ἀπό ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλες μανάδες. Τό δῶρο εἶναι ἀρκετό. Τά χρήματα ὅμως...

Σώπασε. Γύρισε καί κοίταξε τόν ἄνδρα της μ’ ἕνα βλέμμα γεμᾶτο νόημα κι ἔκανε καί μιά κίνηση τοῦ κεφαλιοῦ της σάν νά ἔδειχνε κάπου. Ἐκεῖνος, ἀμέσως κατάλαβε καί τῆς ἀπήντησε μ’ ἕνα ἴδιο καταφατικό νεῦμα, δείχνοντας ὅτι συμφωνεῖ. Ἡ κυρά Μαριγώ χαμογέλασε καί συνέχισε:

 - Ἐμεῖς, ὁ γέρος μου κι ἐγώ, ἀλλά καί τά παιδιά μας, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κάπως τά βολεύουμε. Καλύτερα, αὐτά τά χρήματα νά τά δώσετε στό σπίτι πού εἶναι ἐκειδά, στήν ἄκρη τῆς ἀνηφοριᾶς. Ἐλᾶτε ἔξω στήν αὐλή νά σᾶς τό δείξω. Μένει ἐκεῖ μιά μικρομάνα, χήρα μέ τέσσερα παιδιά... Ἦταν ψαράς κι ὁ ἄντρας της, μά πνίγηκε πρίν λίγο καιρό σ’ ἕνα ἄγριο μπουρίνι. Ἐκεῖ θά πιάσουν τόπο. Κάντε το, σᾶς παρακαλῶ, ἀλλά μήν τῆς πεῖτε ὅτι ἐγώ σᾶς ἔστειλα, εἶπε καί ἐπέστρεψε τόν φάκελλο στήν Δήμητρα.

Χαιρέτησαν τόν - ἐμφανῶς εύχαριστημένο - γέρο ψαρά καί βγῆκαν ὅλες στήν αὐλή ὅπου, ἡ κυρά Μαριγώ, τούς ἔδειξε ἀκριβῶς σέ ποιό σπίτι ἔπρεπε νά πᾶνε. Τίς ἀποχαιρέτησε μέ μιά θερμή ἀγκαλιά, λέγοντας ξανά καί ξανά :

-Στό καλό νά πᾶτε...Στήν εὐχή τοῦ Θεοῦ...Φχαριστῶ, φχαριστῶ πολύ.

Καθώς τήν ἄκουγε ἡ Δήμητρα, ἀλλά καί κάθε φορά πού τήν ξαναθυμόταν άργότερα, σκεφτόταν:

«Ἐμεῖς πῶς νά εὐχαριστήσουμε ἐσένα, κυρά Μαριγώ, γιά τό ἀξέχαστο μάθημα ἀληθινῆς ἀ ρ χ ο ν τ ι ᾶ ς  πού μᾶς χάρισες ἀπ’ τήν καρδιά σου ;»

  • ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 63, ΑΘΗΝΑ 106 80
  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
© 2019 Εθνική Εταιρεία των Ελλήνων Λογοτεχνών.
Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.